Ο άνθρωπος που σταύρωνε τους πάντες και τα πάντα…
Το όνομα της ήταν Έλια… Είχε μεγαλώσει σε οικογένεια… Μητέρα, πατέρας, αδέλφια… Όλοι εκεί. Παρόντες. Με τα καλά τους και τα αρνητικά τους. Όπως κι εκείνη άλλωστε είχε τα δικά της.
Η μητέρα της τους έλεγε ιστορίες τα βράδια… Ιστορίες με ζώα όπως τους μύθους του Αισώπου αλλά και με Αγίους ή γενικότερα ανθρώπους που ήξερε. Έλεγε τόσα όσα χρειαζόταν. Και για καθέναν έβρισκε κάτι αξιόλογο να πει. Μπορεί ο άνθρωπος για τον οποίο μίλαγε να ήταν ο χειρότερος άνθρωπος, μα εκείνη θα γύριζε τη γνώμη του κοινού της αλλού, στα θετικά του και αυτά θα μνημόνευε.
Τα παιδιά της είχαν καταλάβει πλέον να ξεχωρίζουν τους καλούς από τους κακούς στις ιστορίες της, σύμφωνα με το πόσα θετικά έλεγε η μητέρα της για αυτούς. Αν όλες τις φορές έλεγε το ίδιο, αυτό το ένα καλό είχε ο άνθρωπος. Μάλιστα, όταν μεγάλωσαν λίγο τα παιδιά και συνειδητοποιούσαν πόσες φορές τοὺς είχε πει την ίδια ιστορία για τον θείο της το Γεώργιο - πάντα Γεώργιο, πότε Γιώργο - και της έλεγαν "Μαμά, την ξέρουμε πια! Μας την έχεις πει τόσες φορές!", εκείνη συνέχιζε λέγοντας "Ε, παιδιά μου, διδακτική είναι! Δεν πειράζει μια ακόμη! Όταν υπάρχει ανάγκη…".
Κάποια στιγμή η Έλια κατάλαβε, συνειδητοποίησε αυτό το "όταν υπάρχει ανάγκη"… Δεν ήταν τυχαίο, δεν ήταν κάποιο καπρίτσιο της μητέρας της… Ήταν η αίσθησή της πως αυτός ο άνθρωπος, αυτή η ψυχή, έχει ανάγκη… Ευλογίες, ελεημοσύνες, αγάπη… Γιατί δυσκολεύτηκε στο φευγιό του… Κι ας ήταν χειμώνας με ηλιοφάνεια την ημέρα που έφυγε ο άνθρωπος αυτός…
Ανάμεσα στις ιστορίες αυτές που τους έλεγε, ήταν και μια που της είχε κάνει πολύ μεγάλη εντύπωση της Έλιας.
Μιλούσε για τρία ταγκαλάκια – πάντα ταγκαλάκια, ποτέ καλικάντζαρους - , από αυτά που για ιδίους σκοπούς τους αρέσουν να πειράζουν τους ανθρώπους, και προσπαθούσαν να πετύχουν το σκοπό τους. Πήγε ο πρώτος, διάλεξε τον άνθρωπο του, μα δε μπόρεσε να του κάνει κακό. "Γιατί όχι;", τον ρώτησαν οι άλλοι. "Έκανε το σταυρό του όταν σηκώθηκε το πρωί", απάντησε εκείνος. Ύστερα πήγε ο δεύτερος, διάλεξε τον άνθρωπό του και πήγε, μα ούτε αυτός μπόρεσε να κάνει τίποτα. “Γιατί όχι;”, τον ρώτησαν οι άλλοι. “Γιατί φορούσε σταυρό”, απάντησε εκείνος. Ύστερα πήγε κι ο τρίτος, αφού πάλι διάλεξε τον άνθρωπό του. Μα ούτε αυτός κατάφερε τίποτα. “Γιατί όχι; Ούτε σταυρό φορούσε, ούτε το σταυρό του έκανε!”. “Τον σταύρωσε ο πατέρας του φεύγοντας” – τεχνάσματα της μητέρας αυτά, για να μη μιλήσει για τη δύναμη της δικής της ευλογίας, καθώς η ιστορία έλεγε κανονικά ότι τον σταύρωσε η μητέρα του.
Αυτή η ιστορία κάτι κίνησε μέσα στην Έλια από όταν την πρωτοάκουσε. Ένιωσε πως την άγγιξε τόσο έντονα, όσο η ανάγνωση του Ευαγγελίου τον Άγιο Λουκά τον Ιατρό τότε που διάβασε το “Γιατί πολλοί είναι οι καλεσμένοι, λίγοι όμως οι εκλεκτοί”.
Σκέφτηκε τότε η Έλια μέσα της και το στριφογυρνούσε όλο το βράδυ στα όνειρά της: “Αυτοί που δεν έχουν πατέρα; Αυτοί που δεν έχουν μητέρα; Αυτοί που μένουν μόνοι τους και δεν έχουν κανέναν να σταυρώσει το σώμα τους με το σημείο του σταυρού; Τι θα γίνει με αυτούς;”. Έτσι ξεκίνησε να σταυρώνει εκείνη τους ανθρώπους που συναντούσε, που προσπερνούσε στο δρόμο, που έπεφτε πάνω της η ματιά τους, γνωρίζοντας για τη γενική – μα όχι λειτουργική - ιεροσύνη που έχουμε όλοι μας από τη βάφτισή μας.
Από όταν ξεκίνησε να το πράττει αυτό, της συνέβησαν δύο περιστατικά που την έκαναν να σκεφτεί πιο έντονα τί ακριβώς κάνει εκείνες τις στιγμές…
Το πρώτο περιστατικό ήταν όταν έκανε νόημα, την ώρα που προχωρούσε στο δρόμο, να περάσει ένας άντρας με τον οποίο διασταυρώθηκε εκείνη τη στιγμή. Εκείνος, με ένα ιδιαίτερο καπέλο στο κεφάλι, σαν αυτά των Ινδών, της έκανε νόημα “ευχαριστώ”, ενώ εκείνη – μηχανικά αλλά πλήρως συνειδητοποιημένα - τον σταύρωσε. Κι ύστερα σκέφτηκε “Τι κάνω;”.
Το δεύτερο περιστατικό ήταν όταν είδε μια κοπέλα στην άκρη του δρόμου, μια κοπέλα που έφτιαχνε βραχιολάκια, ζωγραφιές με γκλίτερ, ονειροπαγίδες – γιατί “απλώς” ήταν ωραίες. Περνώντας μπροστά της, έπιασε μια ματιά πως κάπου πονούσε αυτή η κοπέλα, στο σώμα της. Έκανε ένα περίεργο τράβηγμα στον ώμο πάνω. Και πάλι μηχανικά – σα να μην υπήρχε κανένας κίνδυνος - μα, πάλι, πλήρως συνειδητοποιημένα, τη σταύρωσε. Μόνο που αυτή τη φορά η κοπέλα την κατάλαβε.
- Τι έκανες εκεί; Τι έκανες εκεί;
Η Έλια βρέθηκε εξαπίνης. Δεν ήξερε τι να πει… Και όντως, τι να πει;
- Σου είπε κανείς πως θέλω τη βοήθειά σου; Πως θέλω τα μαγικά και τις ευλογίες σου;
Η πρώτη πρόταση την έβαλε σε σκέψεις… Γιατί είχε μάθει στη ζωή της πως όταν κάποιος λέει πως δε θέλει τη βοήθειά της, συνήθως την ήθελε… Αλλά πάλι, ποια ήταν αυτή για να ξέρει σίγουρα τα πάντα για όλες τις περιπτώσεις;
Η κοπέλα συνέχιζε όσο εκείνη σκεφτόταν…
- Δε θέλω τις ευλογίες σου.
Είχε αρχίσει να μαζεύεται κόσμος. Κοιτούσαν την Έλια. “Τι έκανε;”, “Τί είπε;”, “Πώς την ενόχλησε;”, “Ποιος έφταιγε;”… Δύσκολες ερωτήσεις και ποια να πρωτοαπαντήσεις και σε ποιον! Και ποιος να σε καταλάβει εκείνη την ώρα.
- Σε ένιωσα να πονάς και το έκανα ασυναίσθητα…
“Ασυναίσθητα” είπε, μα στην πραγματικότητα ήταν το ξεχείλισμα της καρδιάς και της αγάπηςτης. Μα και πάλι… ποιος να την καταλάβει εκείνη την ώρα και ποιος να της συμπαρασταθεί…
Η κοπέλα συνέχιζε τα δικά της μα αντίδραση από την Έλια, καμιά.
“Θεέ μου, τι κάνω; Τι να κάνω;”, προσευχήθηκε μέσα της.
Όταν η κοπέλα ύστερα από λίγο σταμάτησε και την κοιτούσε με μάτια θυμωμένα – με τον θυμό που έχει όμως και πληγή μέσα του -, η Έλια άνοιξε το στόμα της και με σιγανή αλλά σταθερή φωνή είπε τα παρακάτω:
- Συγγνώμη που σε τάραξα. Δεν το ήθελα. Μα η ευλογία του σταυρού δεν είναι κατάρα. Εγώ σου την προσέφερα με τον καλύτερο τρόπο που ήξερα για αυτή την ώρα, την ώρα του πόνου σου. Μα η επιλογή αν θα την κρατήσεις είναι δική σου. Κανέναν δεν καταπιέζει και κανένας δεν την κρατάει αν δεν τη θέλει. Συγχώρα με… Συγχώρα με…
Και έφυγε η Έλια, χωρίς να περιμένει καμία αντίδραση, με σκυφτό το κεφάλι μα πλήρως Λειτουργική, με “άνω σχώμεν τας καρδίας”.
Δεν έφυγε ταραγμένη. Ύστερα από λίγο, αφότου έφυγε από το πεδίο της μάχης, ηρέμησε πάλι το μέσα της. Μα το βράδυ της δεν ήταν ήσυχο...
Άκουσε κάποια στιγμή μέσα της μια φωνή… "Τι κάνεις;". Δεν ήταν άγρια, μα ήταν εκεί και κάπως της έκοψε τη φόρα να συνεχίσει το έργο της. Μα συνέχισε…
Οι ημέρες περνούσαν κι εκείνη συνέχιζε… Κι ύστερα άκουσε πάλι "Τι κάνεις;…. Δε βλέπεις;…". Πάλι δεν ήταν άγρια. Μα πάλι ήταν εκεί και πάλι της έκοψε λίγο περισσότερο τη φόρα. Μα πάλι συνέχισε… Γιατί δεν το έκανε για εκείνη, μα για τους άλλους…
Κάποια στιγμή, πάλι βράδυ ήταν, εκεί που σταύρωνε τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, όπως έκανε έτσι κι αλλιώς το πρωί… "Για αυτούς που ξυπνάνε τώρα", έλεγε… Εκείνη την ώρα ακριβώς άκουσε τη συνέχεια των προηγούμενων λόγων: "Τι κάνεις;…. Δε βλέπεις;… Δεν καταλαβαίνεις τι κάνεις;".
Πάλι δεν ήταν άγρια η φωνή. Κι αναρωτήθηκε μέσα της πώς γίνεται να μην ήταν άγρια! Πώς μπορεί κάποιος να πει αυτά τα λόγια με όχι ήρεμο αλλά και όχι άγριο τρόπο αλλά ταυτόχρονα να προκαλέσει στον ψυχισμό της τόση ένταση και ταραχή..!
Το επόμενο πρωί όμως με το που ξύπνησε… ξανά τα ίδια! Συνέχισε! Μέσα της ταραχή μεγάλη, μα συνέχισε!
Πέρασε ένας χρόνος και κάτι μήνες από εκείνη την τελευταία φορά. 153 ημέρες συγκεκριμένα, όσα και τα ψάρια που έπιασε ο Σίμων Πέτρος στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη. 14 Σεπτεμβρίου. Του Σταυρού. Τότε το άκουσε ξανά αλλά και όχι ξανά… Το ίδιο αλλά και λίγο διαφορετικά. "Παιδί μου, τι κάνεις;". Μα αυτή τη φορά είχε μια γλυκύτητα, μια ιλαρότητα ο λόγος… Και συνέχισε, γιατί το ένιωσε ως παρότρυνση αυτό…
Κι ύστερα από λίγες ημέρες πάλι, "Παιδί μου, δε βλέπεις;". Πάλι γλυκό… Πάλι ιλαρό…
Και ύστερα από λίγες ημέρες πάλι, "Παιδί μου αγαπημένο, δεν καταλαβαίνεις τι κάνεις;"… Ακόμη πιο γλυκό… Ακόμη πιο απευθείας στην καρδιά της…
Κάποια στιγμή με αυτή τη φωνή έκατσε και έκανε συζήτηση… Απάντησε… "Κύριε, Εσύ είσαι; Τι κάνω;"
- Παιδί μου, της είπε η φωνή, δεν καταλαβαίνεις τι κάνεις; Σταυρώνεις τους πάντες και τα πάντα, φανερά, κρυφά… Και στο κρυφά, σταυρώνεις και εσένα!
- Έσφαλα Κύριε; Έσφαλα; Δεν το ήθελα… Για τους άλλους…
- Το ξέρω, παιδί μου! Για τους άλλους έκανες ό,τι έκανες! Και να συνεχίσεις να το κάνεις με τον ίδιο ακριβώς τρόπο! Να συνεχίσεις να μοιράζεις ευλογίες αόριστα μα και προσωπικά ταυτόχρονα! Έχει σημασία το κάθε πρόσωπο για εμένα. Ο κάθε άνθρωπος που έπλασα. Η κάθε μου εικόνα! Να γυρίσει τη ματιά του έστω και λίγο σε εμένα, να την πιάσω αυτή τη ματιά και να τον κάνω ξανά δικό μου, έτσι…
Έκτοτε, δεν ξανάκουσε ούτε την πρώτη φωνή, ούτε τη δεύτερη. Συνέχισε τη ζωή της και το έργο της με την ανάμνησή τους. Κυρίως της δεύτερης φωνής που της φάνηκε πιο οικεία, πιο δική της…
Αυτή την ιστορία την είπε παραλλαγμένη η Έλια κάποτε, πολλά χρόνια μπροστά, στα εγγόνια της. Δεν έχει τόση σημασία πόσα άλλα θαύματα ή δυσκολίες έζησε η Έλια στη διάρκεια της ζωής της, έχοντας ως διακόνημα την πράξη αυτή.
Κάποια στιγμή όμως η ζωή της έφτασε στο τέλος. Κάπου εκεί, μεταξύ ουρανού και γης, άκουσε – σαν άλλος Πρωτόπλαστος – τα βήματα του Κυρίου στον επίγειο παράδεισό της. Συνάντησε λοιπόν τον Θεάνθρωπο πίσω από τη φωνή αυτή που της μιλούσε και Τον ρώτησε "Από την αρχή Εσύ ήσουν;" για να λάβει την απάντηση "Η Αρχή Εγώ Είμαι!". Ενεστώτας. Διαρκείας. Όχι παρελθόν. Ενεστώτας.
Και κατάλαβε η Έλια ποια ήταν η πρώτη φωνή και ποια η δεύτερη…
Ενεστώτας λοιπόν… Ακόμη και στο τέλος. Ενεστώτας!
Γιατί αυτό έχει σημασία. Το νυν!
Στο νυν βρίσκουμε το Θεό και στο νυν ο Θεός μας βρίσκει. Οτιδήποτε άλλο πέρασε ή δεν ήρθε ακόμη· και δεν γνωρίζουμε κι αν θα έρθει... Και δεν έχει δικαίωμα να μας φοβίζει. Να μας διδάξει ίσως, ναι, μπορεί. Να αποφύγουμε ξανά παλαιότερα λάθη μας ναι. Μα ως εκεί…
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου